Πορτρέτα λεηλατημένων γυναικών στην Ελληνική Λογοτεχνία
Η αφηγήτρια και κεντρικό πρόσωπο του διηγήματος «Ο λεηλάτης» στη συλλογή «Η βραδυπορία του κακού» του Σωτήρη Δημητρίου είναι μια φόνισσα. Σκοτώνει με άγριο τρόπο τον Λογοτέχνη που την εγκατέλειψε, αφού προηγουμένως της πούλησε έρωτα για να τρυγήσει το παρελθόν της, να τη λεηλατήσει, και με τα κλεμμένα από την ψυχή της σπάνια γι’ αυτόν αλλά και ιερά για κείνην υλικά να συνθέσει ένα από τα μπεστ σέλερς της χρονιάς.
Η Λεηλατημένη δεν ήξερε ότι δεν ήταν η μόνη λεηλατημένη από λογοτέχνη γυναίκα. Δεν ήξερε, δεν είχε μάθει στο ορφανοτροφείο που μεγάλωσε και αργότερα στην αγορά ότι η πρώτη ύλη της λογοτεχνίας είναι κυρίως γένους θηλυκού και ότι η πινακοθήκη των ηρωίδων της λογοτεχνίας είναι ανεξάντλητη.
Ήξερε βέβαια, όπως κάθε γυναίκα, ότι οι γυναίκες είναι ένα σταθερό αντικείμενο λεηλασίας . από τον εραστή, τον άντρα τους, τους γονείς και τα πεθερικά, την κόρη ή το γιο τους, τον εργοδότη, τον συνεργάτη τους, τους φίλους και τους γείτονές τους, ακόμη και από τις άλλες γυναίκες. Δεν ήξερε όμως ότι και αυτές τις λεηλασίες τις καταγράφει ο λογοτέχνης. Ότι παρακολουθεί τη γυναίκα στον αδιάκοπο πόλεμό της με τα κοινωνικά στερεότυπα, τους ανθρώπους που την πλαισιώνουν, τον ίδιο της τον εαυτό. Ότι ανατέμνει τη γυναίκα τις στιγμές των εξάρσεων και καταπτώσεών της με θαυμασμό και έκπληξη, με συμπόνια, άλλοτε με μίσος ή θυμό, κάποτε με έρωτα, συχνά με διάθεση περιπαικτική, ακόμη και χλευαστική, πλάθοντας έτσι ηρωίδες υπέροχες και τραγικές, τραγικά υπέροχες. Η Λεηλατημένη του Σωτήρη Δημητρίου δεν ήξερε τίποτε απ’ όλα αυτά. Τα έμαθε αργότερα στη φυλακή μελετώντας βιβλία που κατά κόρον δανειζόταν από τη βιβλιοθήκη της φυλακής και άλλα νεώτερων εκδόσεων που οι γυναικείες οργανώσεις όλης της χώρας τής ταχυδρομούσαν συχνά πυκνά εκδηλώνοντας έμπρακτα το ενδιαφέρον τους για την περίπτωσή της.
Εμείς απόψε θα λεηλατήσουμε για άλλη μια φορά και διαφορετικά τη Λεηλατημένη παρακολουθώντας την στα διαβάσματά της τα χρόνια του εγκλεισμού. Από τις εκατοντάδες βιβλία που διάβασε ξεχώρισε μερικά, και από αυτά κάποιες σελίδες που τις αντέγραφε στο τετράδιό της σπρώχνοντας τον χρόνο αλλά κάπως πιο δημιουργικά. Αυτό το τετράδιο παρουσιάζουμε απόψε, μια πινακοθήκη, μια ανθολογία λεηλατημένων γυναικών. Γυναικών που ερωτεύονται, που προδίδονται και προδίδουν, που κρύβονται, που αντιστέκονται, που επαναστατούν, που σκοτώνουν, που διαπομπεύονται, που αδικούνται, που θυσιάζονται, που πονούν, που ενεργούν σαν άντρες, που συμβιβάζονται, που τελειώνουν καλύτερες, ίδιες ή χειρότερες, γυναικών με άλλα λόγια σαν αυτές που κατοικούν στη διπλανή πόρτα ή μέσα στα σπίτια μας, που εργάζονται μαζί μας στο γραφείο, που κάθονται στην πίσω ή την μπροστινή καρέκλα, εδώ στη ζεστή και φιλόξενη Αυλή του Αγγελίδη που είναι πάντα ανοιχτή για το Φεστιβάλ μας.
Επίλογος
Ο λογοτέχνης τρώει τις ζωές των γυναικών και παράγει έργο. Διεισδύει ανάλγητα στα μύχια των ψυχών τους καταγράφοντας σαν ευαίσθητος σεισμογράφος όλους τους κραδασμούς τους. Ύστερα αρχίζει τους συνδυασμούς. Στοιχεία διαφορετικών γυναικών παντρεύονται για να δημιουργήσουν μια πρωτότυπη σύνθεση. Κάποια στιγμή τελειώνει το έργο. Ό,τι έγινε σιωπηλά και με κάθε μυστικότητα – λεηλασία δηλαδή και συγγραφή – πρέπει τώρα να φανερωθεί. Ο λογοτέχνης εκθέτει τα όσια και τα ιερά, τα ομολογημένα και τα ανομολόγητα στις προθήκες του βιβλιοπωλείου. Αναγνώστες συρρέουν. Σκύβουν πάνω στις τυπωμένες ζωές με ενδιαφέρον, με αγωνία, με περιέργεια. Χιλιάδες αντίτυπα, ζωές τυπωμένες σε χιλιάδες αντίτυπα. Γυναίκες που ο λογοτέχνης εκθέτει σε δημόσια λεηλασία. Οι αναγνώστες υιοθετώντας την οπτική γωνία του λογοτέχνη θαυμάζουν, ερωτεύονται, χλευάζουν, συμπονούν κι αυτοί με τη σειρά τους και ανάλογα βέβαια με το ερμηνευτικό τους οπλοστάσιο, τις ιδεοληψίες και τα πάθη τους.
Συζητούν για τις γυναίκες – για τις ηρωίδες – στις συντροφιές τους, φιλολογικές και μη. Σκάβουν πιο βαθιά και από τον συγγραφέα, τις κατατεμαχίζουν, τις διυλίζουν. Ζουν μαζί τους μια έντονη πνευματική ζωή σχεδόν περιπετειώδη, σχεδόν τραυματική. Άρθρα γράφονται στις εφημερίδες και τα περιοδικά, κάποιες ηρωίδες συνεχίζουν την καριέρα τους στο σινεμά, στο θέατρο, οι περισσότερες στην τηλεόραση. Ζωντανεύουν και εισδύουν σε όλα τα σπίτια. Κάποιες άλλες μένουν στην αφάνεια. Λίγοι τις έχουν γνωρίσει, ίσως να τις έχουν ερωτευτεί και ψάχνουν μανιωδώς το πραγματικό τους ανάλογο στους δρόμους της πόλης, στη δουλειά, στα κέντρα διασκέδασης, συχνότατα ματαίως. Έτσι η Λογοτεχνία επηρεάζει τη ζωή και η ζωή αρχίζει να αντιγράφει τη Λογοτεχνία. Ψέματα, πλάσματα, ευφάνταστες συνθέσεις που γίνονται παρηγορητικές αλήθειες. Τα ευεργετικά της τέχνης ψεύδη που έκαναν τον Νίτσε να διακηρύξει: «Τέχνη και μόνο τέχνη. Έχουμε την Τέχνη για να μην πεθάνουμε από την αλήθεια».
Γι’ αυτό μην πειράζετε τους λογοτέχνες, μην τους φράζετε το στόμα. Είναι η ασπίδα μας απέναντι στις φονικές αλήθειες που ελλοχεύουν σε κάθε στροφή του περίπλοκου βίου μας.

