Βραδιά Ρίτσου
Εκατό χρόνια μετά τη γέννησή σου, ποιητή.
Κι εμείς, μαζί με όλους τους Έλληνες που σε τιμούν φέτος, εδώ, στο Φεστιβάλ της Σύμης.
Υπηρέτες και εραστές της ποίησης για χρόνους πολλούς θα προσπαθήσουμε να ανακαλύψουμε τα πράγματά σου.
Έχουμε τα ποιήματά σου. Αυτά είναι τα μόνα για μας πράγματά σου, εκτός βέβαια από τις ζωγραφισμένες πέτρες και ρίζες. Ό,τι έχουμε θα ψηλαφίσουμε, μήπως και σμίξουνε τα χέρια μας με τα χνάρια των χεριών σου.
Κάτω από το Αυγουστιάτικο ολόγιομο φεγγάρι που τόσο είχες αγαπήσει. Ένα φεγγάρι που αφυπνίζει τις λέξεις και τις σηκώνει γυαλιστερές πλέον από τη γονατισμένη σιωπή τους. Απόψε ίσως συντελεστεί η συνάντηση μ’ αυτές τις επίμονες κι ανθεκτικές λέξεις, η συνάντηση που τόσες φορές έχει ματαιωθεί.
Είμαστε επίμονοι κι εμείς ποιητή.
Ελπίζουμε να διασώσουμε τα νοήματά τους, να ανασύρουμε άφθαρτο τον πληθυντικό της πολυσημίας τους από τις ανελέητες επιχωματώσεις του χρόνου κόντρα στην αδυσώπητη λήθη.
Είμαστε επίμονοι κι εμείς ποιητή. Επίμονοι υπερασπιστές μιας μνήμης, το ίδιο άτεγκτης και ανελέητης.
Ελπίζουμε απόψε να μπορέσουμε επιτέλους να πλάσουμε την πυρκαγιά σου και όχι σε ψυχρή προτομή νηνεμίας.
Ποιος είναι τελικά ο ποιητής;
Σύμφωνα με τη Χρύσα Προκοπάκη (που γνωρίζει όσο λίγοι τον ποιητή και που ο ίδιος εκτιμούσε ιδιαιτέρως) στην ποίηση του Ρίτσου συνυπάρχουν δύο αντιφατικές θέσεις, κάτι που δημιουργεί ταλάντευση και σύγκρουση των αντιθέτων. Είναι λόγου χάρη εξαιρετικά δύσκολο να διακρίνουμε ποια είναι κάθε φορά η θέση του ποιητή στους μονολόγους της 4 διάστασης:
η φωνή του ήρωα – ομιλητή
το σχόλιο του ακροατή
ή η θέση κάποιου αόρατου συγγραφέα πίσω από τον κρυφό υποβολέα.
Ποιος είναι τελικά ο Γιάννης Ρίτσος; Αναζητώντας τον κινδυνεύεις να τον χάσεις και να χαθείς κι εσύ μέσα στο χαώδες έργο των εκατό ποιητικών συλλογών. Τα αναρίθμητα προσωπεία του κρύβουν τον ποιητή και οι φωνές που αναδύονται κάθε φορά από πηγάδια βάθους διαφορετικού μας μπερδεύουν αλλά και μας προκαλούν.
Εμείς προσπαθήσαμε να τα μοιράσουμε αυτά τα προσωπεία δίκαια στα δύο, καθώς ο ποιητής ομολογεί στο ποίημά του «Αν» ότι ταλαντεύεται ανάμεσα σε δύο οντότητες.
«Συνεχίζεις την εδώ παραμονή σου
ανάμεσα σε δύο εντελώς ανόμοια αγάλματα
που σου μοιάζουν εξίσου και τα δύο,
το ένα βαμμένο ακέριο κόκκινο το άλλο μαύρο».
Εκείνος ταλαντεύεται, αλλά εμείς – και σ’ αυτό βέβαια συνέβαλε και η κριτική – διαβάζουμε μόνο τις στάσεις του εκκρεμούς πάνω από τα αγάλματα και όχι την αέναη κίνησή του. Στον Ρίτσο όμως είναι όλα ρευστά και μεταβλητά, ακόμη και οι πιο βεβαιωμένες σταθερές του. Και επειδή δεν είναι καθόλου εύκολο, είναι μάλλον αδύνατο να τον χωρέσουμε σε μια λέξη ή ένα όνομα, γι’ αυτό ας τον αφήσουμε να μας μιλήσει ο ίδιος.
Ποιος είναι τελικά ο ποιητής;
| Α. (Το κόκκινο άγαλμα) | Β. (Το μαύρο άγαλμα) |
|---|---|
| Είμαι ο ποιητής της κομματικής παντιέρας. Πιστός στην κομμουνιστική ιδεολογία. | Όμως δεν προσήλθα στην αριστερά με τις αποσκευές της συμβατικότητας. Γι’ αυτό το λόγο ασκώ αιρετική κριτική σε ιδεολογίες και δόγματα. |
| Είμαι ο ποιητής του «εμείς». Στρατεύω τους στίχους μου στις δημόσιες υποθέσεις, «καθώς η ποίηση πρέπει να είναι ένας οδηγός μάχης και ευτυχίας στα χέρια του λαϊκού αγωνιστή, μια σημαία στα χέρια της ελευθερίας» | Είμαι ο ποιητής του «εγώ» και του ιδιωτικού οράματος. Τα αισθητικά μου κριτήρια είναι αυστηρώς προσωπικά, καθώς πηγάζουν από το βάθος του είναι μου. Δεν επιτρέπω σε κανέναν να με χειραγωγήσει. |
| Η ματιά μου είναι σταθερά στραμμένη προς τα έξω. Παρακολουθώ με ζωηρό ενδιαφέρον και καταγράφω με λεπτομέρειας όλα τα γεγονότα που αφορούν τον λαό μου. Η παρουσία μου είναι ενεργητική στις πιο κρίσιμες ώρες τους Έθνους. «Από τις τρύπες του πανωφοριού μου μπαινοβγαίνει ο θάνατος» | Η ματιά μου γυρνάει πάντα στον εαυτό μου. καταγράφω επιλεκτικά τη δική μου εσωτερική πραγματικότητα, ανοίγω διάπλατα τα πόρτες της μυστικής ζωής μου. Τροφοδοτώ την ποίησή μου με προσωπικά βιώματα, αισθήσεις, παραισθήσεις και όνειρα. Είμαι ποιητής αυτοβιογραφικός. |
| Επειδή είμαι στρατευμένος το επικαιρικό για μένα ταυτίζεται με το ιστορικό. Γιατί είναι το παρόν που τρέφει την ιστορική μου μνήμη, καθώς τη συνταράζει με τους ήχους συγκλονιστικών γεγονότων. | Έλκομαι όμως και από τους αρχαίους μύθους και τροφοδοτώ με αυτούς την έμπνευσή μου. Οι προσωπικές μου μνήμες ανάγονται σε σύμβολα. Από την άλλη δεν υπάρχει τίποτα πιο συγκλονιστικό από την καθημερινότητα: την κουβαρίστρα, τα φασολάκια, το τσουκάλι. |
| Είμαι ο ποιητής του αγώνα, της επανάστασης, της ανατροπής. Να άκου: «όπου ν’άναι θα σημάνουν οι καμπάνες, αυτό το χώμα…» | Είμαι ο ποιητής της ειρήνης, αφού «πιστεύω στα όνειρα της αγάπης κάτω από τα δέντρα και θέλω να κλείνουν οι λαβωματιές στο πρόσωπο του κόσμου» |
| Είμαι παραδοσιακός, επικός, ρεαλιστής και εξπρεσιονιστής. | Είμαι όμως ρομαντικός, αλλά και νεωτερικός και υπερρεαλιστής, χαμηλόφωνος όμως. |
| Μα ο λόγος μου τραγουδήθηκε και ξεσήκωνε τις μάζες σε συναυλίες και συλλαλητήρια. | Ναι, αλλά τις πιο βαθιές μου αγωνίες τις ψιθύρισα σε αυτιά μυημένων. |
| Είμαι ο ποιητής της ζωής, δηλαδή του αγώνα, του έρωτα και του θανάτου. Δεν είμαι παρά μια σταγόνα ζωντανού νερού που αναδεύεται μέσα στον ορμητικό ποταμό του παγκόσμιου γίγνεσθαι. | Είμαι ο ποιητής της αθανασίας, γιατί «Γράφω ένα στίχο, γράφω τον κόσμο. Υπάρχω; υπάρχει ο κόσμος. Από την άκρη του μικρού μου δάχτυλου ρέει ένα ποτάμι». Η πηγή του εγώ είμαι. |
| Προλετάριος είμαι…. ένας προλετάριος, ένας εργάτης | Όμως «ένας προλετάριος της τέχνης, ερωτευμένος πάντα με τα δέντρα, τα πουλιά, τα ζώα και τους ανθρώπους, αισθησιακός και ερωτευμένος προπάντων με το κάλλος των καθάριων στοχασμών και με το κάλλος των νεανικών σωμάτων όπου γράφει, γράφει ακατάπαυστα για όλους και για όλα» |
| Είμαι ο ποιητής της καταγγελίας και του απολογισμού, γιατί έχω πλήρη συνείδηση του κοινωνικού ρόλου. Γι’ αυτό σε ρωτώ. Τι έχτισες; Σε ξαναρωτώ. Τι χτίσαμε; | Τι με ρωτάς τώρα; Τι να σου απαντήσω; Ότι δε χτίσαμε; Χτίσαμε. Χτίσαμε ένα άλογο μόνο, μες στο σύννεφο. |
| Για αυτό είμαι λουσμένος στο φως! Γι’ αυτό και οι αλήθειες λάμπουν στα ποιήματά μου σαν τον καθάριο ουρανό! | Σαν το παγόβουνο είμαι: ο πιο πολύς κρυμμένος, αλλά έχω συμφιλιωθεί με τις αντιφάσεις μου και την πολλαπλότητά μου. |
| Καιρός δεν είναι να το αντιληφθείτε κι εσείς; Μη με διαβάζετε μονοδιάστατα, μη με παραμορφώνετε και μη μου κολλάτε την ετικέτα που σας βολεύει, γιατί έτσι με αδικείται Μην πλάθετε την πυρκαγιά μου Μικρό το όνομά μου και εύκολο | Μη με οικειοποιείστε. Δεν ανήκω σε κανέναν αποκλειστικά, γιατί ανήκω σε όλους. |
Επίλογος
Γιάννη Ρίτσο. Το δίπολο, ο εαυτός και οι άλλοι, το ξεπέρασες δημιουργώντας μια διαφορετική σχέση τόσο με την εμπειρία όσα και με τον σκοπό. Στην αδιάκοπη προσπάθειά σου να διοχετεύσεις όλον τον χρόνο στο μέλλον διεύρυνες εμπειρία και σκοπό σε απίστευτο βαθμό μέσα από το σχήμα μιας μεγάλης ανατροπής.
Ναι, στο έργο σου η πραγματική πολιτεία βρίσκεται αντιμέτωπη με την ιδανική. Ναι, το ατομικό δράμα περιέχει το ιστορικό αντίστοιχο. Ναι, το αρχέγονο παρελθόν σημαδεύει το παρόν. Ναι, ήσουν κι εσύ ένας από τους πρωταγωνιστές, ήσουν παράλληλα και ο χορός.
Όμως, η έξοδος από τον κύκλο του δράματος παραπέμπει σε μια κοινωνία που μπορεί βέβαια να μην τη ζούμε, όμως νιώθουμε την ανάγκη να την προβάλλουμε ως αίτημα για το μέλλον; Να την προβάλλουμε ως μορφή κάθαρσης που επιβάλλει η δική μας εποχή. Αυτή η κοινωνία, μισή πραγματική και μισή πλασμένη από όνειρο κι ελπίδα, είναι η παρακαταθήκη που μας άφησες φεύγοντας.
Και υπό αυτή την έννοια γι’ αυτό κυρίως το λόγο ήσουν και παρέμεινες ένας πολίτικός ποιητής – κι όταν το εκκρεμές σου ακινητούσε πάνω από το κόκκινο άγαλμα, κι όταν αιωρείτο πάνω από το μαύρο –. Ένας ποιητής πολιτικός, που δεν ανακόπτεται βέβαια μπροστά στη φωτά της ιστορίας ή τη στάχτη της, επειδή ο δρόμος που διανοίγει δείχνει στο φως. Στο φως μιας πιο λαμπρής μέρας. Αυριανής ίσως όχι. Μπορεί όμως μεθαυριανής.
Μιας μέρας που όπως έγραψες προφητικά στη Ρωμιοσύνη:
«όλοι θα μπορούμε
να μασάμε μια μπουκιά ουρανό
πάνω από την πίκρα μας».

