Αυγουστιάτικος πλους από την πρώτη μοναχική υπερρεαλιστική νήσο του «Αμοργός» ως την «Πολυνησία» των τραγουδισμένων στίχων του
Σκοπός του αφιερώματος στον Ν. Γκάτσο είναι να λειτουργήσει ως θετικό αντίβαρο στην τηλεοπτική πραγματικότητα των ημερών μας, δηλαδή των reality και των fame stories. Το βαρόμετρο της επιτυχίας όσον αφορά το τραγούδι είναι πλέον η τηλεόραση και τα μαγαζιά της νύχτας. Ζούμε στην εποχή του σουξέ και όχι του τραγουδιού, στην εποχή της συναυλίας αρένας και όχι της συναυλίας τέχνης, στην εποχή του τραγουδιστή σταρ και όχι του συνθέτη και στιχουργού. Το κριτήριο είναι πόσο παίρνω, σημασία επομένως έχει να γεμίζουν τα στάδια και τα νυχτερινά μαγαζιά.
Σκοπός του αποψινού αφιερώματος είναι λοιπόν να συγκεράσει την ψυχαγωγία με τη διασκέδαση, να μας διασκεδάσει αλλά και να μας άγει ψυχικά και πνευματικά προς ανώτερα επίπεδα απόλαυσης.
Γιατί ο Ν. Γκάτσος είναι ένας λαϊκός ποιητής χωρίς να γλιστράει στο λαϊκισμό.
Είναι ο ποιητής που απευθύνεται στο σύνολο αλλά όχι τη μάζα.
Είναι βαθύτατα λυρικός χωρίς να καταντά μελοδραματικός.
Λίγα λόγια για τη δομή της εκδήλωσης
Αποτελείται από δύο μέρη όπως υποδεικνύει και ο τίτλος της. Το πρώτο, το πιο σύντομο και φιλολογικό αναφέρεται στο ποίημά του «Αμοργός». Στο δεύτερο, το εκτενέστερο και μουσικό, ταξιδεύουμε στην πολυνησία των τραγουδισμένων στίχων του που πολύ αγαπήσαμε οι Έλληνες.
Ο αυγουστιάτικος αυτός πλους θα ήταν ανέφικτος αν δεν είχα την υποστήριξη του Δήμου Σύμης και των υπηρεσιών του καθώς και των συνεργατών μου που τους ευχαριστώ πολύ, τη Φωτεινή και την Παντή, τον Σπύρο και τον Γιάννη, τον Γιώργος και την Κατερίνα, τη μικρή Φωτεινή, τον Μιχάλη, την Άννα, την Χάρι, τη Δήμητρα και βέβαια τη Χρυσάνθη τη Δούζη, την ηθοποιό που έχει προστεθεί από πέρυσι στη συντροφιά μας, το Καθολικάκι, την Αννούλα, την Παναγιώτα, την Κλεοπάτρα και το γιο μου το Μανώλη. Τους μουσικούς μαθητές μου Γιώργο, Αρτέμη και Θωμά. Τους τεχνικούς Βασίλη και Χρήστο και τέλος την οικογένεια Βοσνάκη που ήταν για μένα σπόνσορες και αρωγοί οίκου και ψυχής στις εκδηλώσεις μου.
Επίλογος
Γράφει ο Οδυσσέας Ελύτης περιμένοντας το τέλος:
«Το μόνο πράγμα που παίρνει μαζί του πεθαίνοντας ο άνθρωπος είναι το μικρό εκείνο μέρος της περιουσίας του που ίσα ίσα δεν ενδιαφέρει κανέναν άλλο.
Κάτι λίγες αισθήσεις ή στιγμές .
δύο τρεις νότες κυμάτων, την ώρα που το μαλλί το παίρνει ο αέρας με τα γλυκά ψιθυρίσματα μες στο σκοτάδι .
ολίγες μέντες από δύο κοντά κοντά βαλμένες ανάσες .
ένα τραγούδι βαρύθυμο, σαν βράχος μαύρος .
και το δάκρυ, το δάκρυ της μιας φοράς, το για πάντα.
Όλα όσα, μ’ άλλα λόγια κάνουν την αληθινή του φωτογραφία, την καταδικασμένη να χαθεί και να μην επαναληφθεί ποτέ. Αποδίδω μεγάλη σημασία σ’ αυτό το έσχατο του εαυτού μας αντίτυπο».
Συνεχίζω εγώ.
Ο Νίκος Γκάτσος έχει φύγει. Μόνο που πήρε μαζί του και εκείνο το μέρος της περιουσίας του που πολύ θα μας ενδιέφερε. Ευτυχώς που μας άφησε το υπόλοιπο: ένα ξεχειλισμένο θησαυροφυλάκιο τραγουδιών. Είναι εκατοντάδες τα σπαράγματα της αληθινής του φωτογραφίας. Λίγα προσπαθήσαμε να αρμολογήσουμε κι εμείς απόψε εδώ, στη Σύμη, στο φεστιβάλ που αγαπά την ποίηση και γι’ αυτό την υποστηρίζει με κάθε τρόπο, όπως αγαπά και τη μουσική. Λίγα μόνο σπαράγματα, για ν’ αναστήσουμε το έσχατο του Γκάτσου αντίτυπο. Σε λίγο φεύγουμε κι εμείς παίρνοντας κάτι τι ο καθένας μαζί του.
Καληνύχτα
Καληνύχτα Νίκο
Καληνύχτα Κεμάλ
Ακούστηκες σαν τον γκιώνη του Ελληνικού καλοκαιριού
Καληνύχτα
Αυτός ο κόσμος μπορεί να αλλάξει.

