Φεστιβάλ Σύμης 1998
Φεστιβάλ Σύμης 1998

Κοινοί της νοσταλγίας τόποι
και παραλλαγές του νόστου στην Ελληνική Λογοτεχνία

Καμία δύναμη δεν είναι ισχυρότερη από την ανάγκη και οι θύρες του οίκου όσο αμπαρωμένες κι αν είναι δε συγκρατούν όσους πιέζονται από την ανάγκη. Ανοίγουν και έτσι διαφεύγει απεγνωσμένα το πλεόνασμα. Έξω των θυρών δρόμοι προς άλλους τόπους ξεδιπλώνονται, διασταυρώνονται και διχοτομούνται, όπου οι δρομείς ξεχύνονται στο κυνηγητό της ζωής, κυνηγημένοι όμως και οι ίδιοι. Φοβισμένοι αποδημούν και από νέους φόβους και φοβίες κατατρύχονται.

Οι θύρες πίσω τους ξανακλείνουν αργά, ασφαλίζοντας εντός του οίκου την απουσία, το έλλειμμα και την απώλεια.

Πρόσωπα αγέλαστα, διάθεση βαριά, ανήμποροι  μελαγχολικοί γέροντες και καμένες μανάδες που πενθούν για τους αγαπημένους απόντες σαν να είναι ήδη νεκροί. Φαμίλιες λαβωμένες, μισές ψυχές. Στο χώρο του άλλου μισού η προσμονή, η προσευχή, η ελπίδα.

Και ο ξεριζωμένος όμως υποφέρει. Πληγωμένος από το μαχαίρι του χωρισμού και πάντα πονεμένος από τις αναμνήσεις της πατρίδας ονειρεύεται τη στιγμή της επιστροφής. Πονά, γιατί θυμάται ό,τι δεν έχει. Πονά γιατί η πραγμάτωση του ονείρου καθυστερεί ή έρχεται κάποτε αλλά προσωρινά και για λίγο, Δηλητηριασμένη χαρά, χαρμολύπη.

Η Λογοτεχνία, περισσότερο ίσως από τις άλλες τέχνες, είναι ο σεισμογράφος της ανθρώπινης ψυχής. Δεν μπορεί λοιπόν να μένει αμέτοχη και σ’ αυτό το ανθρώπινο δράμα μελετώντας και εμβαθύνοντας σε κάθε πτυχή του και σε κάθε εκδοχή του. Από τις δεκάδες των παραλλαγών της αποδημιάς και του νόστου που μας έχει παραδώσει η τέχνη του λόγου επιλέξαμε ορισμένες μόνο χαρακτηριστικές και αντιπροσωπευτικές, έτσι ώστε καί η διαχρονικότητα του θέματος να καταφανεί – το πρόβλημα άλυτο και οξύτερο υφίσταται και σήμερα, εφόσον οι συνθήκες δεν εννοούν τη μόνιμη εγκατάσταση, στην Ελλάδα σε όλους μας – αλλά καί να αναδειχθεί η δημιουργική και προσαρμοστική ικανότητα της ελληνικής ράτσας κατά συνέπεια και η συνταγή διάρκειάς της.

Ο λόγος για τον μισεμό, τη νοσταλγία και τον νόστο, λοιπόν εδώ στη Σύμη μια δρασκελιά απόσταση από τους παλιούς ταρσανάδες χώρους όπου επισκευάζονται, συντηρούνται και αναπαύονται τα πλωτά μέσα διαφυγής. Στους χώρους όπου πελεκιέται το ξύλο και αλαφρώνει, όπου χτίζονται κι αρματώνονται γοργοτάξιδα σκαριά της καταραμένης αλλά συχνά ευλογημένης αποδημίας.

Σε χώρους που μαζί με το λιμάνι για τους ναυτικούς λαούς – είναι τόποι αποχωρισμών και συναντήσεων.

Πάνω σ’ αυτά τα υγρά κατώφλια που χωρίζουν τους αβέβαιους υδάτινους δρόμους από τα ασφαλέστερα μονοπάτια της ξηράς.

«Λιμάνια της Ελλάδας, από σας έχει

αποδημήσει η μισή πατρίδα».

Εδώ λοιπόν στην Σύμη μας, απόψε, 12 Αυγούστου, ανάβουμε μια μικρή φλόγα. Ας γίνει για απόψε το σύμβολο της εστίας που πρέπει να διατηρείται αναμμένη στο μικρό νησί μας.

Για να έχει, Συμιακοί, και η δική σας παραμονή εδώ κάποιο νόημα, αλλά και οι δικές μας συχνές και επίμονες επιστροφές.

Γιατί το κίνητρο της παραμονής και της επιστροφής ένα είναι: είναι η ισχύς μιας αγάπης που όμως γεννά και μια ευθύνη. Μιας αγάπης υπεύθυνης για τις πράξεις της και μιας υπευθυνότητας που δεν μπορεί παρά να εκφραστεί με πράξεις αγάπης για το νησί και τους κατοίκους του. Τη Σύμη και τους Συμιακούς.

Επίλογος

12η του Αυγούστου, – που σε λίγο εκπνέει – εδώ στο καρνάγιο της Σύμης, το Χαράνι που γέννησε και γαλούχησε γενιές ναυτικών και ναυπηγών ακούσαμε τις φωνές των μαστόρων του λόγου, όμως να μιλούν για πράγματα καθημερινά γνωστά μας. Αυτά τα γνωστά μας πράγματα είναι αλήθειες που δεν πρέπει ωστόσο να τις απολησμονούμε. Είναι η ουσία της ζωής μας, η ψυχή του λαού μας.

Εδώ καίει ακόμη η φλόγα. Πριν ανταλλάξουμε ευχές για καλή νύχτα, ας αναζωπυρώσουμε την συμβολική αυτή εστία. Έτσι, σαν μια υπόσχεση ότι θα τιμάμε τις εστίες μας και θα τις υπερασπιζόμαστε με λόγια και έργα. Αυτές τις εστίες που κάποτε μισήσαμε, γιατί μας πλήγωσαν πολύ, κάποτε τις εγκαταλείψαμε προσωρινά, κάποτε παρασυρμένοι αδιαφορήσαμε γι’ αυτές και έτσι τις χάσαμε και τώρα τις διεκδικούμε. Αυτές τις εστίες που ακόμη και σήμερα τις ξεπουλάνε, κρυφά και φανερά οι σαλταδόροι της μεγάλης ευκαιρίας και του ακόπιαστου κέρδους. Εμπορευματοποίηση της Παράδοσης και γραφικό πλέον το κιτς της αναπαλαίωσης. Ενοικιαζόμενα και προς πώληση σουίτες χρυσοφόρες με εστίες περίτεχνα διακοσμημένες αλλά χωρίς τσιμινιέρα. Πιστεύω ότι δε θα βρίσκουμε σε λίγο αναθρώσκοντα καπνό ούτε από τις δικές μας εστίες, παρά μόνο τυποποιημένο σε διαφανή φακελάκια μιας ανάσας. Δεν είναι απίθανο να ολοφυρώμαστε τότε σαν τους Ποσειδωνιάτες του Καβάφη στο ομώνυμο ποίημα από τα κρυμμένα του.

Φίλες και φίλοι. Για να μη μελαγχολήσουμε πρέπει να σκεφτούμε θετικά ποια πράξη υπεύθυνης αγάπης θα δρομολογήσουμε αύριο το πρωί για το νησί μας. Χρειαζόμαστε πολλές τέτοιες πράξεις για να κλείσουνε για πάντα οι πληγές του μισεμού και να αποφραγούν οι μπάρες του νόστου.

Ξέρετε τι εύχομαι κάθε πρωινό; Να μην αφήσω να μαραθεί ποτέ η αγάπη μου γι’ αυτόν τον τόπο – σαν τον Οδυσσέα να μη συμβιβαστώ και υπηρετήσω αλλότρια συμφέροντα, να μην υποχωρήσω κάτω από την πίεση καμιάς ανάγκης.

Ξέρετε τι παρακαλώ κάθε μεσημέρι; Να μη βρεθώ σαν το αγριοκάτσικο της Σύμης στην έρημη Νίμο, γιατί τίποτα πια δε θα με συνδέει με τους ανθρώπους της.

Ξέρετε τι προσεύχομαι κάθε βράδυ; Να μην πάψει μέσα στην ψυχή μου να σαλεύει και να με τρώει το σαράκι της νοσταλγίας για τη Σύμη, όπως έτρωγε τη Λαλιώ, την ηρωίδα του Παπαδιαμάντη.

Ευχαριστώ

Τον Δήμο της Σύμης που με τη συνδρομή του έλαβε σάρκα και οστά η αποψινή εκδήλωση.

Ευχαριστώ τους αναγνώστες μου, παλιούς και νέους που με πλαισιώνουν πάντα με προθυμία και διάθεση προσφοράς, τους υπέροχους μουσικούς μας που αισθητοποίησαν με τις μελωδίες τους τον πόνο του χωρισμού, τον Γολγοθά της ξενιτιάς και τη γιορτή του νόστου.

Όλους εσάς που αφιερώσατε ένα πολύτιμο βράδυ των διακοπών σας σε μια εκδήλωση λόγου και μέλους σε εποχές αφιλόξενες ή ακόμη και εχθρικές προς δράσεις που στοχεύουν στην ψυχική ανάταση και πνευματική καλλιέργεια «όσων είναι βγαλμένοι από τον Ελληνισμό», πιστεύουν σ’ αυτόν και τον υπερασπίζονται.

Πρόγραμμα | Συντελεστές