Φεστιβάλ Σύμης 1997
Φεστιβάλ Σύμης 1997

«Οικείος λόγος»

Για έναν λογοτεχνικό «ορισμό» του κατοικημένου χώρου

  1. Το σπίτι. Ο οίκος. Στην απλούστερη και πανάρχαιη μορφή του: τέσσερις τοίχοι από πέτρα ή πλίνθους που σχηματίζουν συνήθως ορθογώνιο παραλληλεπίπεδο. Μια στέγη από χώμα αργιλώδες, πλάκες, κεραμίδια ή τσιμέντο. Έτσι όριζε ο άνθρωπος τον ελάχιστο μόνιμο ζωτικό χώρο του. Εκείνον που του αναλογούσε, εκείνον που χρειαζόταν ή είχε τη δύναμη να ελέγχει και να εξουσιάζει.
    Το σπίτι. Τον προστατεύει από τις φυσικές απειλές. Από τα πεινασμένα θηρία των βουνών και του δάσους, από το φθονερό γείτονα και το αδιάκριτο μάτι του. Από τα κακά τα πνεύματα, τις διψασμένες για εκδίκηση ψυχές που αδικαίωτες περιφέρουν τις νύχτες τον θυμό τους. Στο σπίτι ασφαλίζει όλους όσους αγαπά ο νοικοκύρης αλλά και το βιος του.
  2. Ο οίκος. Μια πόρτα για την ψυχή και το γυρισμό, το καλωσόρισμα και το κατευόδιο. Κατώφλι άλλοτε φιλόξενο κι άλλοτε εχθρικό, που το’χει γλύψει ο χρόνος κι οι πατημασιές ή το’χουν τελεσίδικα μισήσει ένοικοι και περίοικοι. Δυο τρία ανοίγματα για τη διαφυγή του ματιού και την εκτόξευση της σκέψης. Ανέμελο αγνάντεμα και ανήσυχη προσμονή, μηνύματα για τις αλλαγές των εποχών. Αεράκι μυρισμένο από τα αρώματα της άνοιξης και της θάλασσας την αλμύρα. Τρεμουλιαστό αντιφέγγισμα του φεγγαριού σ’ αυγουστιάτικο μελτεμάκι.  
  3. Ο οίκος. Η σημειολογία του ευανάγνωστη. Ανοιχτά παραθυρόφυλλα; Ζωή, χαρά και ευτυχία. Σφαλιστά; Απουσία, θλίψη και πόνος. Χορταριασμένο αυλίδι; Εγκατάλειψη μακροχρόνια. Ασβεστωμένα σκαλοπάτια; Μέριμνα και νοικοκυριό ή γυρισμός του ιδιοκτήτη. Καπνός από μια στέγη που αναθρώσκει;  Ένδειξη ζωής, ελπίδα για χέρι βοήθειας, υπόσχεση για νερό, ψωμί και ανάπαυση. Το παλάτι του βεζίρη και το καλύβι του Καραγκιόζη. Ο ξιπασμός της δύναμης του αφέντη και ο πένητας πλούτος του Ραγιά.
  4. Τα σπίτια αυγατίζουν, όταν πληθαίνουν οι ανθρώπινες ψυχές. Γεννοβολούν κι αυτά και απλώνονται καθώς διακλαδίζονται οι φαμίλιες και μεγαλώνουν. Το ένα σπίτι ακουμπάει πάνω στο άλλο. Πύκνωση και επέκταση. Συνοικία, συνοικισμός. Ο ιδιωτικός βίος αναπτύσσεται και σε κοινοτικό. Καθώς οικοδομείται ο τόπος οικοδομούνται και οι ανθρώπινες σχέσεις. Ήπιες ή δυναμικές, απλές ή περίπλοκες. Χώρος που γίνεται χωριό, κεφαλοχώρι, πολίχνη και πολιτεία. Δόμηση οριζόντια αλλά και κάθετη. Βίος επίγειος, υπέργειος αλλά και υπόγειος, κατά περίσταση.
  5. Οι μάζες μετακινούνται εντός και εκτός των ορίων της περιφέρειας οδηγημένες από την ανάγκη, τον φόβο, την επιθυμία του κέρδους. Νόμος και νομός, κράτος και ήπειρος δε συγκρατούν την αεικίνητη ανθρωπο-πλημύρα. Πρόσφυγες και μετανάστες, προδότες και άσωτοι υιοί, πάροικοι και μέτοικοι, διωγμένοι και αποκληρωμένοι, καταπατητές και οικοπεδοφάγοι οργώνουν τους τόπους αναζητώντας καλύτερη μοίρα. Να χτίσουν μια καλύβα, να μεγαλώσουν όμορφα τα παιδιά τους. Να χτίσουν μια κάμαρη για να κληροδοτήσουν στους διαδόχους τιμή και αξιοπρέπεια. Άλλοι να θησαυρίσουν παράνομα.
  6. Όμως συχνά ο πόθος για το καινούργιο, το μεγάλο και το άνετο νικά την αγάπη για το σπίτι το πατρικό. Η πρόκληση της αντιπαροχής, η έλλειψη παιδείας, οι πραγματικές ή πλαστές ανάγκες, ο τουρισμός γίνονται αιτίες να ισοπεδωθεί η ομορφιά, να φτιασιδωθεί το κάλλος και να υψωθούν επανωτά ράφια ομοιόμορφα, κατάλληλα για το στοίβαγμα της ανθρώπινης πραμάτειας.
    Κάποτε ο τόπος εκδικείται. Κάτω από το νεοκλασικό σπιτάκι ο εκσκαφέας αποκαλύπτει βυζαντινό ψηφιδωτό, πιο κάτω αντιστέκεται ο οίκος των κλασσικών χρόνων, στο βάθος κοιμούνται λίθινοι όγκοι μυκηναϊκού οικισμού και νεκροί σε τάφους ανέγγιχτους. Οι εργασίες διακόπτονται επ΄ αόριστον.
  7. Τρύπες ευεργετικές κοσμούν τις σύγχρονες κακόγουστες πόλεις και τα προκάτ θέρετρα. Ανακουφιστικές φυσούνες απροσδόκητα σκορπούν το μύρο του αρχαίου χώματος, του ανέκαθεν κατοικημένου τόπου. Μύρο που αναμοχλεύει τη μνήμη, οδηγεί αναπότρεπτα σε συγκρίσεις διαφορετικών ποιοτήτων, ενεργοποιεί διαδικασίες εθνικής αυτογνωσίας, γεννά τον θαυμασμό, την ντροπή ή τις τύψεις. Η ζωή έλκεται από χώρους που παλαιόθεν αγαπήθηκαν. Η ζωή θέλει να πατάει στα γερά. Κι αν έχει ιστορία η ζωή, αυτή η ιστορία είναι αποτυπωμένη στα σπίτια των ανθρώπων, στους κατοικημένους τόπους.
  8. Τα παιδιά αναπλάθουν στα παιχνίδια τους αυτή την ιστορία. Δύο κοριτσάκια ώρες ατέλειωτες «οικοδομούν» ακούραστα, οριοθετούν με πέτρες ή βότσαλα την εφήμερη κυριαρχία τους, ματίζουν πραγματικότητα και προσδοκίες. Εδώ η κουζίνα, δίπλα η σάλα η καλή, πίσω της ο αποκρέβατος. Χαράζουν τους οικείους χώρους με ευκολία, ασφάλεια και αφέλεια μέχρι που εξαντλούνται τα διαθέσιμα υλικά. Ύστερα η οικοσκευή, αυτοσχέδια και λιτή, σχεδόν συμβολική, που λειτουργεί ωστόσο στην εντέλεια, καθώς οι μικρές υποδύονται ρόλους που θα κληθούν να παίξουν αργότερα, πιο σοβαρά.
  9. Στο σχολείο το πρώτο και πιο αγαπημένο θέμα της παιδικής ζωγραφικής είναι και πάλι ο οίκος. Σπίτι επίμονα ψηλόλιγνο, με κεραμοσκεπή οπωσδήποτε δίρριχτη, μια καπνοδόχο απαραίτητα, πορτοπαράθυρα, περιττά θαρρείς αφού οι διάφανοι τοίχοι ξεσκεπάζουν το μέσα κόσμο και τον φέρνουν έξω. Στρωμένο τραπέζι και στολισμένο, ανισοϋψείς καρέκλες – τέσσερις συνήθως – και λάμπα μέρα – νύχτα αναμμένη να φωτίζει σπάταλα αλλά και να θερμαίνει την εικόνα. Γύρω ο κήπος με σχηματοποιημένα δέντρα που φιλοξενούν ένα πουλί και τεράστια πεντάφυλλα κόκκινα λουλούδια να διασκεδάζουν μια χλόη άταχτα πράσινη.
  10. Η Λογοτεχνία, ο δικός μας τόπος για απόψε, ως πνευματική ενασχόληση και δημιουργία κυριαρχείται από πρόσωπα που κατοικούν ή γεγονότα που διαδραματίζονται μέσα στα σπίτια των ανθρώπων. Ο λόγος της Λογοτεχνίας, ως λόγος για τον οίκο των ανθρώπων είναι λόγος οικείος. Είναι όμως και λόγος δικός μας, λόγος δηλαδή με τον οποίο έχουμε οικειωθεί, δε μας είναι απρόσιτος, δε μας ξενίζει, όπως δε μας ξενίζει η ίδια  η ζωή μας, με τη ρευστότητα και τη μεταβλητότητά της.
  11. Ποιος είναι ο τόπος μας; Πώς κατοικείται αυτός ο τόπος; Πώς χτίζεται ένα σπίτι; Πώς δένεται η ζωή μας με το σπίτι που κατοικήσαμε ή κατοικούμε; Πώς υπερυψούται και πώς εκπίπτει η ζωή σε οίκους αντοχής, συνοχής, ενοχής και ανοχής, σε οίκους ευγονίας ή ευγηρίας; Συγκινήσεις και έντονα βιώματα. Γάμοι, συγκρούσεις και χωρισμοί, εγκλεισμοί και λυτρωτικές αναχωρήσεις. Φυγή και ξεριζωμός από τη γενέθλια γη. Νοσταλγία. Ευτυχισμένοι και τραγικοί νόστοι. Αναγνώριση της πατρώας γης, ανάπαυση και θάνατος στο σπίτι που γεννήθηκε ο άνθρωπος, είναι θέματα που γοητεύουν και προκαλούν διαχρονικά τον λογοτέχνη. Είναι στιγμές της ανθρώπινης περιπλάνησης σε τόπους μέσα, γύρω, από και προς τον οίκο. Τον οίκο – σήμα μας, σημάδι δηλαδή ότι υπάρχουμε ως ζωντανά οικόσιτα όντα.
  12. Η λογοτεχνική αφήγηση απαραίτητα πραγματοποιείται εν χρόνω και χώρω. Ο χώρος, ο τόπος, ο οίκος της Λογοτεχνίας είναι συχνά διακοσμητικός, το σκηνικό όπου διαδραματίζονται τα αφηγημένα. Άλλοτε ο χώρος αυτός είναι καθοριστικός για την εξέλιξη του μύθου: προδικάζει, προοιωνίζεται όσα πρόκειται να συμβούν, είναι δηλαδή βασικό στοιχείο της αφηγηματικής πλοκής. Χώρος, επίσης, και ήθος είναι αλληλένδετα. Οι χαρακτήρες είναι αποκυήματα του χώρου ή αντίθετα τον δημιουργούν. Ο τόπος έχει μια προϊστορία και ένα παρόν. Οι χαρακτήρες δεν είναι δυνατόν να πλαστούν ανεξάρτητα από αυτές τις συνιστώσες. Τα λογοτεχνικά πρόσωπα είναι εκπρόσωποι ενός ή πολλών διαφορετικών τόπων και οι οίκοι προέλευσής τους παρέχουν τόσο την αναγκαία καύσιμη ύλη όσο και τον σπινθήρα για να παραχθεί και να φουντώσει ο πυρωμένος λόγος της Λογοτεχνίας.

Επίλογος.

Ο πύρινος της Λογοτεχνίας λόγος με την καθαρότητα και την ευγλωττία του ή την κρυπτικότητα και την αμφισημία του άπλωσε απόψε, άλλοτε με κινήσεις απλές και άλλοτε με εξαιρετική δεξιοτεχνία, το δίχτυ του.

Ένα δίχτυ κατάμεστο από τα πράγματα αυτού του τόπου, υλικά αντικείμενα, φιγούρες ανθρώπινες, εικόνες ζωής, κινήσεις, ομιλίες. Αλιεύματα από αυτόν τον ανεξάντλητο χώρο που είναι η Ελλάδα στον οποίο μέσα ζούμε συχνά αποξεχασμένοι χωρίς να τον πολυπροσέχουμε.

Τώρα, νύχτα ήδη, έχουμε ελπίζω ξυπνήσει με την αίσθηση της οικειότητας προς τα κατάδικά μας καθημερινά πράγματα, τη δική μας γη, φύση, πόλη, σπίτι, δωμάτια, τους δικούς μας ανθρώπους, τα δικά μας δράματα. Και αυτή η αίσθηση της οικειότητας δεν είναι παρά μια μυρωδιά του τόπου στερεότερη τελικά από τα ίδια τα πράγματα και φέρνει, όπως κάθε μυρωδιά πλήθος μνήμες απολησμονημένες καθημερινής ζωής και ιστορίας, που μας αιχμαλωτίζουν.

Κι αν το καλοσκεφτείτε, αυτό είναι όλο κι όλο ό,τι ζήσαμε και ό,τι είμαστε: Ό,τι θυμόμαστε.

Αγαπητοί φίλοι,

ευχόμαστε νύχτα καλή.

Και μια καλή νύχτα για τον άνθρωπο δεν αποκλείεται να είναι νύχτα μνήμης και αναμνήσεων. Ή νύχτα ελπίδας και ονείρων.

Πρόγραμμα | Συντελεστές