Θεωρητικός εξοπλισμός για την έκθεση ιδεών.
Η τετράχρονη απασχόλησή μου στα φροντιστήρια, η σύνδεση και η συνεργασία που είχα με τους μαθητές που φοιτούσαν εκεί, στάθηκε και για μένα μια πολύ σημαντική εμπειρία από την άποψη ότι ήρθα σε επαφή με τα νέα αυτά παιδιά, ένιωσα τον αγώνα και την αγωνία τους, τις ανησυχίες και τους προβληματισμούς τους. Απότοκο αυτής της «θητείας» είναι η έκδοση των «Σημειώσεων», που πήγασε από τη βαθιά μου επίγνωση ότι η μεγάλη πλειονότητα των υποψηφίων παρουσιαζόταν άοπλη και συνεπώς ανέτοιμη να υποστεί τη σκληρή δοκιμασία των εξετάσεων κάθε κύκλου. Γιατί αν εξαιρέσω ένα πολύ περιορισμένο αριθμό παιδιών προικισμένων, που γρήγορα προσαρμόζονταν στο ρυθμό των μαθημάτων και βελτιώνονταν αισθητά μέρα με τη μέρα, η πλειονότητα με αποκάρδιωνε και απογοητευόταν και η ίδια.
Παρ’ όλα αυτά η εργασία μου δεν είναι μια Μεθοδολογία για τη γραφή των καλών εκθέσεων. Η πίστη μου στην αντίληψη ότι κάθε θέμα απαιτεί ιδιαίτερο χειρισμό και ξεχωριστό τρόπο αντιμετώπισης με απομάκρυνε επίσης και από την ιδέα να συνθέσω έναν «Οδηγό» για «Εκθέσεις Ιδεών». Δεν έχω εμπιστοσύνη στην έτοιμη τροφή και θεωρώ τις συλλογές θεμάτων, σε πλήρη ή διαγραμματική ανάπτυξη, αποτυχημένες στην ουσία τους, όσο εντυπωσιακές κι αν παρουσιάζονται στη μορφή τους. Εξάλλου κάθε ελεύθερος άνθρωπος διαμορφώνει τη δική του μέθοδο, κατασταλάζει σ’ έναν προσωπικό τρόπο ανάπτυξης των ιδεών του, που κατά κύριο λόγο εκφράζει αυτόν τον ίδιο. Βέβαια κάτι τέτοιο προϋποθέτει άσκηση συνεχή, μελέτη, επιμονή και αγώνα από την πλευρά του ίδιου του υποψηφίου. Βοηθός σ’ αυτή την προσπάθεια ελπίζω να σταθούν και οι «Σημειώσεις». Ωστόσο δε φιλοδοξούν να γίνουν το Πρότυπο για κάθε μαθητή, αφού δεν προσφέρουν κάποιο μοντέλο γραφής για μίμηση ή σειρά από απαράβατους κανόνες ούτε υπόσχονται να εξασφαλίσουν την επιτυχία ο’ όποιον τις μελετήσει συστηματικά. Στόχος μου ήταν να δώσω κάποια πληροφοριακά στοιχεία, ως υποδομή και πρώτο υλικό για ένα διάλογο που θ’ ανοίγει και θα κλείνει κάθε φορά μέσα στην τάξη, – ας το πω έτσι – μια σύντομη Ιστορία του Πολιτισμού, μένοντας όμως στα πιο κύρια σημεία της. Μετά από κάθε κεφάλαιο παραθέτω αποσπάσματα από δοκίμια Ελλήνων και ξένων στοχαστών που στερεώνουν, συμπληρώνουν ή πολεμούν τις απόψεις μου.
Οι ερωτήσεις της «Επεξεργασίας» που προτείνεται για τα «Βοηθητικά κείμενα» και ελέγχουν την αφομοιωτική ικανότητα των μαθητών και νέες προοπτικές προβληματισμού ανοίγουν, αφού συχνά καλλιεργούν την αμφισβήτηση. Τέλος τα «Θέματα για συζήτηση ή γραπτή ανάπτυξη» δίνουν την ευκαιρία για εφαρμογή των επεξεργασμένων πια ιδεών, χωρίς φυσικά να υποχρεώνουν το νου και τη σκέψη σε μια κίνηση αποκλειστικά μέσα στους χώρους που έχουν ήδη εξομαλυνθεί. Σε καμιά περίπτωση οι «Σημειώσεις» δε θα’ θελαν ν’ αποθαρρύνουν ένα διαφορετικό κοίταγμα, μια εντελώς νέα στάση απέναντι στα προβλήματα, όπως ποτέ δε θα επιχειρούσαν να συναιρέσουν τις πολλές πιθανές και δυνατές λύσεις σε μια μοναδική ή τελεσίδικη απάντηση.
Αναστάσης Μαδαμόπουλος Σύμη 1978 – Αθήνα 1979

