Νόστος μετά το ναυάγιο (2006)
Νόστος μετά το ναυάγιο

Εκδήλωση για τον Μ. Αναγωστάκη

Εγκατάσταση στο Πολιτιστικό Πολύκεντρο του Δήμου Ηρακλείου Αττικής στις 27/9/2006, βραδιά αφιερωμένη στον Μανόλη Αναγνωστάκη. Υφαντό με ράκη και νήματα σε κτένι αργαλειού, σειρά ασπρόμαυρων αυθεντικών φωτογραφιών και φωτοτυπιών, χαρτοταινίες, ξύλινες κορνίζες κατασκευής 1945-1955.


Ανεπίδοτη επιστολή στον Μ. Αναγνωστάκη

Έζησες σε δύσκολους καιρούς, που ακόμη κι εμείς οι κάπως νεότεροι αδυνατούμε να νιώσουμε το μέγεθος της σκληρότητάς τους, όσο κι αν μελετάμε τη νεότερη ιστορία μας, όσο κι αν ανοίγουμε πόρους σώματος, ψυχής και μυαλού επιτρέποντας έτσι να κυλήσουν ανάστροφα μέσα μας οι άγριοι χείμαρροι εκείνων των γεγονότων, όσο κι αν έχουμε ευαισθητοποιηθεί σε θέματα αδικίας, προδοσίας, πόνου και καταφρόνιας.

 Έγραψες πως έμεινες κι εσύ ναυαγός μαζί με κάποιους συντρόφους στη σωτήρια βάρκα, αλλά νοιάστηκες και για τους άλλους. «Πού πήγαν οι άλλες βάρκες, ποιοι γλιτώσαν;» Πως ήλπιζες να βρεις ένα νησί, να χτίσετε εκεί όλοι μαζί τα σπίτια σας και μια εκκλησία, όπου θα κρεμούσατε τις φωτογραφίες των φιλέταιρων καπετάνιων σας που χάθηκαν στο πέλαγο. Πως σχεδίαζες αργότερα να καλαφατίσετε το μεγάλο ολοκαίνουργιο καράβι του νόστου σας, για να γυρίσετε μετά από χρόνια στην αφετηρία σας πολλαπλασιασμένοι, αλλαγμένοι αλλά αναγνωρίσιμοι.

Η δική μου γενιά στην πρώτη της δεκαετία ζούσε τους απόηχους τους εμφυλίου αλλά ο καθένας μας μέσα από το πρίσμα της οικογενειακής του ιδεολογίας. Άλλοι ανατρέφονταν με το φανατισμό του αδικημένου που θέλει να εκδικηθεί και άλλοι με την αλαζονεία του επικυρίαρχου. Μόνο μετά τα φοιτητικά μας χρόνια, τη στρατιωτική μας θητεία στην περίοδο της δικτατορίας, ξύπνησε μέσα μας η επιθυμία να γνωρίσουμε χωρίς διαμεσολαβήσεις τη γενιά τη δική σου. Είχε πια περάσει η εποχή της αθωότητας.

Διαβάσαμε, ρωτήσαμε και παρακολουθήσαμε την πορεία σας μετά το ναυάγιο με σεβασμό, κατανόηση και αισθήματα αλληλεγγύης. Είδαμε τα πρόσωπα των παλιών αγωνιστών θλιμμένα στην εξορία, στη φυλακή, στο περιθώριο, αργότερα σε παρελάσεις, στο καφενείο ή στα παγκάκια μιας πλατείας να συζητούν ήρεμα για τα παλιά και τα μελλούμενα. Πρόσωπα θλιμμένα, όχι όμως και θλιβερά. Τα προλάβαμε που μεγάλωναν και γερνούσαν «προώρως», σιωπηλά, παραγκωνισμένα, ανεπιβεβαίωτα αλλά όχι και με μάτια σβησμένα, όχι με αναξιοπρέπεια. Γνωρίσαμε παράλληλα όμως και τους «σωσίες» να σφετερίζονται το αίμα από τις πληγές τους, να ιδιοποιούνται παράνομα τον λόγο τους, να τον εκφέρουν σε σημαιοστολισμένα πολιτικά μπαλκόνια, τηλεοπτικά παράθυρα και συντεχνιακές διεκδικήσεις ή συναλλαγές. Και δε μας διέφευγε, δε μας διαφεύγει ακόμη και τώρα, ότι το αζωτούχο παρόν ψεκάζει αδιάκοπα με κονιορτούς λήθης τα πρόσωπα αυτά, τα έργα και τις ημέρες τους.

Αναρωτιόμαστε: Για ποια Ελλάδα θυσιαστήκατε; Τι απόγινε το όραμα που κυνηγώντας το αναλώσατε τη νιότη σας; Πού είναι οι καπετάνιοι; Ποιος κατέβασε τις φωτογραφίες; Πού τις έκρυψε;

Ύστερα σκεφτόμαστε: Εμείς, τα περισσότερα από τα παιδιά σας που δε σας έμοιασαν, ποιους καπετάνιους έχουμε τώρα για να τους αναρτήσουμε στα μέτωπά μας και να τους ακολουθήσουμε με αφοσίωση και ζωηρά τραγούδια; Και πώς θα φύγουμε – σαν έλθει κι η δική μας ώρα – χωρίς ίσως ούτε ένα μακρινό πραγματικό ταξίδι να έχουμε επιχειρήσει, χωρίς ίσως ούτε σε ένα μικρό ναυάγιο να έχουμε ταλανιστεί, χωρίς ίσως ούτε ένα χαρούμενο ή έστω και πικρό νόστο να έχουμε πραγματοποιήσει. Το θέμα είναι εμείς τώρα τι θα παραδώσουμε φεύγοντας.

Ναυάγιο μετά τον νόστο στα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια,
που στο χαμένο έργο προσπάθησα να αντιπαραβάλλω
με τα χρόνια της πολιτικής δράσης του ποιητή.