Ερήμην λεί[ύ]πει[η]ς (2024)
Αναστάσης Μαδαμόπουλος. Εικονογράφηση για την ποιητική συλλογή «Ερήμην λεί[ύ]πει[η]ς»

Εικονογράφηση για την ποιητική συλλογή της Ειρήνης – Διαλεχτής Κουρομιχελάκη.

Ο μνησιπήμων πόνος και της ποιήσεως η φαρμακεία.

Η Ειρήνη ως λυρική ποιήτρια τη στιγμή που εκφράζει σκέψεις και συναισθήματα συναντιέται και με τη γλώσσα την ίδια, τις σύμφυτες μυθικές και μαγικές, τονικές και ρυθμικές, εικονοπλαστικές και επιτελεστικές της δυνάμεις που συχνά την ξεπερνούν. Οι λέξεις της τότε εκπέμπουν μια συρροή ακουστικών, οπτικών και συγκινησιακών συσχετίσεων που την παρασύρουν ίσως προς μια διαφορετική κατεύθυνση, από εκείνη που είχε σκοπεύσει ως πηδαλιούχος, όπως εύστοχα παρατηρεί και ο Έρμαν Έσσε σε δοκίμιό του για την ποίηση. Αυτός ο «υπερπροσδιορισμός των συμβόλων» (όρος της Ψυχολογίας) είναι ό,τι συνειδητά ή μη συνειδητά αγαπάμε σε ένα ποίημα. Τα σύμβολα της Ειρήνης είναι ερήμην της ή σκόπιμα υπερπροσδιορισμένα και γι’ αυτό τον λόγο συγκινούν.

Όλα τα είπε λοιπόν. Ακόμη κι εκείνα που δε σκόπευε να πει. Το θέμα είναι τι θα συλλέξει η απόχη μας. Πίσω από τα με μύριους τρόπους ειπωμένα, σε δεύτερη σειρά, μισοκρυμμένα τα συνδηλούμενα, τα νεφελώδη και σπηλαιώδη, φιλοδοξούν για αλιείς -αναγνώστες, στην πρώτη, δεύτερη, τρίτη, εικοστή ανάγνωσή τους. Καθώς δεν αλιεύονται εύκολα τα νοήματα στην ποίηση, όπως και στη μουσική. Μόνο επανειλημμένες συχνές αναγνώσεις έχει να συστήσει κανείς και συνεχείς δοκιμές με αντικλείδια από μια ασήκωτη ερμηνευτική αρμαθιά. Σε μια απ’ αυτές τις αναγνωστικές διεισδύσεις ή διαρρήξεις, αν σταθεί τυχερός, ενδεχομένως να διακρίνει ο αναγνώστης τα αδιόρατα νεύματα, ίσως συλλάβει τις αναθυμιάσεις του μύρου των κρυμμένων ασύλητων θησαυρών. Εκείνων που ακούγεται ίσα ίσα η ανάσα τους μέσα από τα κουκούλια τους, εκείνων που νιώθεται η γεύση τους, όταν εκφωνούνται ακόμη κι όταν νοερά διαβάζονται. Εκεί, στο άφατο, άφωνο, ψελλίζον, τερερίζον ή τερετίζον πιστεύω ότι πρέπει να στεκόμαστε. Ας σταθούμε λοιπόν κι ας συγκεντρωθούμε μήπως και ψυχανεμιστούμε τις ιερογλυφικές αλήθειες και αυτής της ιδιαίτερης ποιητικής συλλογής, που όταν θα έλθει η ώρα μας και η ώρα τους θα αρχίσουν να τρίβουν τη λίθινη λήθη τους, αυτό το (γονιδιακό ιδίωμα να το πω, γενετική αδυναμία, στίγμα;) κάθε γνήσιου δημιουργήματος ποιητικού και εν γένει καλλιτεχνικού – να αρτιώνονται και να αποφλοιώνονται σαν τους εκκολαπτόμενους νεοσσούς άγνωστων παραδείσιων πουλιών.

Σχόλιο για την εικονογράφηση του Κ.Χ. Λουκόπουλου. (πηγή)

Ερήμην λύπης
(Κατά την απουσία ή με την απουσία του
συναισθήματος που προκάλεσε η φυγή του λείποντος ή εκλιπόντος).